Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Ενα σώμα, μια ψυχή για πενήντα πέντε χρόνια



Με μελωδική γλώσσα ο συγγραφέας αφηγείται τη διαδρομή των ηρώων γονιών του από τη Βόρειο Ηπειρο και τη Μεσσηνία έως την Αθήνα από το 1930 έως σήμερα, παράλληλα με τις ιστορικές και πολιτικές εξελίξεις

  «Αφανείς, φτωχοί, κυνηγημένοι, μα πάντα μαζί και πάνω από την Ιστορία». Είναι οι γονείς του Παύλου Κάγιου, στους οποίους αφιερώνει το καινούργιο μυθιστόρημά του. Οι γονείς του συγγραφέα είναι οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου.
Ηρωες μέσα στη δίνη των οικογενειακών τους ιστοριών, άμεσα συνδεδεμένες, από το 1930 μέχρι σήμερα, με τη μεγάλη Ιστορία, που δεν τους χαρίστηκε σε τίποτα. Αντιθέτως, τους έστησε απέναντι, προσφέροντάς τους μόνο διωγμούς, πίκρες και ανελέητη φτώχεια. Η μόνη θωράκισή τους ήταν η αγάπη που τους ένωσε μια ολόκληρη ζωή και τα παιδιά τους.


Το αυτοβιογραφικό στοιχείο χαρακτηρίζει τη δεκαπεντάχρονη συγγραφική διαδρομή του

Παύλου Κάγιου. Ειδικά όμως αυτό το τέταρτο βιβλίο του μοιάζει με μυθιστορηματική βιογραφία της οικογένειάς του. Το πρωτογενές υλικό, με το οποίο είχε να δουλέψει ο συγγραφέας, είναι πραγματικά συναρπαστικό και συνάμα συγκινητικό. Θάνατοι, αρρώστιες, φτώχεια, ανασφάλεια...
Ακόμη πιο συγκινητικά είναι το πείσμα και η γενναιότητα που οπλίζουν τη Βάσω από τη Μεσσηνία και τον Θοδωράκη από τη Βόρειο Ηπειρο για να αντιμετωπίσουν τη σκληρή ζωή τους. Συναντήθηκαν τυχαία στην εμφυλιακή Αθήνα και από τότε πέρασαν μαζί, «ένα σώμα, μια ψυχή», πενήντα πέντε χρόνια. «Πάντα με τους κυνηγημένους. Πάντα με τους χαμένους. Πάντα με τους ευλογημένους», γράφει ο συγγραφέας, γιος τους, στην πρώτη σελίδα.
Ο Θόδωρος μεγάλωσε στα χρόνια του Μεσοπολέμου στην Κάτω Λεσινίτσα. Εξυπνο παιδί, καλός μαθητής, με όνειρα για το μέλλον και κυρίως με το όραμα της ένωσης της Βορείου Ηπείρου με τη μητέρα Ελλάδα. Γαλουχήθηκε στα ιδανικά του κομμουνισμού, αλλά το καθεστώς του Χότζα το γνώρισε και από την καλή και από την ανάποδη, κυρίως.
Η Βάσω, η Βασίλω για τους δικούς της, ένα αγρίμι στο χωριό Κατσαρού, κοντά στον Μελιγαλά, που παράτησε το σχολείο για να γίνει ένα με τη φύση και τα ζωντανά. Αγράμματη, αλλά όμορφο κορίτσι, που μεγάλωσε με τη λέξη «ανάγκη» να κυριαρχεί στη φτωχή οικογένειά της - η πιο φτωχή και πεινασμένη του χωριού. Oι θάνατοι του ενός αδελφού από φυματίωση και του πατέρα στη συνέχεια ήταν μεγάλες συμφορές. Αλλά η σφαγή του άλλου αδελφού στην πηγάδα του Μελιγαλά από τους «κομμουνιστοσυμμορίτες» (σπαρακτική η περιγραφή της μάνας και της Βάσως που αναζητούσαν γιο και αδελφό ανάμεσα στα πτώματα) ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο.
Οι δύο ήρωες, σε αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, συναντήθηκαν το 1948 σε μια τσακισμένη Αθήνα. Ο Θόδωρος το είχε σκάσει από τη σκλαβωμένη Βόρειο Ηπειρο, χωρίς χαρτιά, και η Βάσω, μαζί με τη μητέρα της ήρθαν στην πρωτεύουσα για να σωθούν.
Μεταξουργείο, Ομόνοια, πλατεία Κουμουνδούρου, Κολωνός, Ακαδημίας Πλάτωνος και οι γύρω περιοχές, εκεί όπου και σήμερα κτυπά η καρδιά της μεταναστευτικής πραγματικότητας, στάθηκαν οι τόποι που ένωσαν τις ζωές της Βάσως και του Θόδωρου, ο έρωτας των οποίων κάλυψε τον διχασμό των παρατάξεων τους. Η Βάσω έφτασε να αλλάξει την ελληνική υπηκοότητά της με την αλβανική του άνδρα της.
Η ζωή τους περιγράφεται τραγικά δύσκολη. Φτώχεια, δουλειές του ποδαριού, χρέη, ένα διαρκές τρέξιμο για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. «Λες και δεν είχε κανένα νόημα που αυτή ήταν με τους νικητές. Είχε ταυτιστεί μ’ αυτόν τον ηττημένο, κι έτρεχαν κι οι δυο τους κυνηγημένοι από όλους μικρούς ανθρώπινους «θεούς και δαίμονες» που κουμαντάριζαν την τύχη τους».
Η αφήγηση θέλει τη διαδρομή των Μαγιάτηδων να πηγαίνει παράλληλα με την ιστορική και την πολιτική - Εμφύλιος, Δεξιά και Αριστερά, ξερονήσια, χούντα, μεταπολίτευση, ΠΑΣΟΚ. Μερικές δεκάδες σελίδες πριν από το τέλος, η τριτοπρόσωπη διήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη, όπου ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου, ένα από τρία παιδιά της Βάσως και του Θόδωρου, και μετά το θάνατο του τελευταίου, δίνει το προσωπικό του στίγμα.
Ολα αυτά περιγράφονται γλαφυρά, ενίοτε με πολλές λεπτομέρειες, πάντα όμως με μελωδική γλώσσα και υπό τους ήχους τραγουδιών της κάθε εποχής, συνθέτοντας μια ελεγεία για μικρές ιδιωτικές ιστορίες που η μεγάλη Ιστορία δεν ευνόησε καθόλου.
Με μυθιστορηματική βιογραφία της οικογένειάς του μοιάζει το 4ο βιβλίο του Παύλου ΚάγιουΜε μυθιστορηματική βιογραφία της οικογένειάς του μοιάζει το 4ο βιβλίο του Παύλου Κάγιου 
ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ
«Ζωή. Ζωή. Ζωή μου ταλαιπωρημένη, χιλιοβασανισμένη, μα και χιλιοπαινεμένη κι ευλογημένη. Πότε διάβηκες από μπροστά μου! Σαν χτες είναι όλα. Πόσο μεγάλη ήσουν, μωρέ ζωή μου, και πώς χώρεσες μέσα μου. Και πότε διάβηκες κιόλας σαν νεράκι σε μια στάλα ποτηράκι, που το ρούφηξα μονορούφι» (σελ. 521).
«ΚΑΙ ΜΕ ΚΛΕΙΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΘΑ ΒΛΕΠΩ», ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΓΙΟΣΕιδος. Μυθιστόρημα
Εκδόσεις. «Καστανιώτη»
Σελίδες. 552
Ενδεικτική τιμή. 22  ευρώ
Δήμητρα Ρουμπούλα   dirouboula@pegasus.gr

Πηγή : ethnos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου