Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Το Κηπαρό της Χιμάρας


Μετά το «πέρασμα της Λέρας», στα μάτια του ταξιδιώτη απλώνεται μία μαγευτική θέα. Δύο χερσόνησοι βυθίζονται στην καταγάλανη θάλασσα, του Πανόρμου, αρκετά μεγάλη και του Παλέρμου μικρότερη. Μικρά, ήσυχα, φυσικά λιμανάκια τα οποία περικλείονται ανάμεσα στις δύο χερσονήσους, προσφέρουν από την αρχαιότητα καταφύγια σε πλοία και ταξιδιώτες. Τα έργα για την κατασκευή του λιμανιού στο Παλέρμο, έφεραν στην επιφάνεια κεραμικά και αμφορείς, που δείχνουν την πανάρχαια ελληνική ιστορία του τόπου. Η ονομασία Πάνορμος, δηλώνει φυσικό λιμάνι, όρμο όπου μπορούν να καταφύγουν και να αγκυροβολήσουν τα πλοία. Από το βουνό απέναντι, με την παντοτινή πρασινάδα της αλόης, αρώματα γεμίζουν την ατμόσφαιρα τα οποία την άνοιξη αναμειγνύονται με την θαλασσινή αύρα και μας κάνουν να πιστεύουμε πως κάπως έτσι πρέπει να μυρίζει το θεϊκό ποτό η αμβροσία που πίνουν οι θεοί στον Όλυμπο. Στις μέρες μας, μαρίνες έχουν κατασκευαστεί στο Παλέρμο και την Αρμυρίδα. Στην τελευταία υπάρχει ένα κομμάτι ακρογιαλιάς από όπου αναβλύζουν αρμυρά νερά εκ των οποίων και η ονομασία (άρμη – ύδωρ). Σε περασμένες γεωλογικές εποχές, οι δύο χερσόνησοι έχουν εν μέρει βυθιστεί στην θάλασσα (M. Kabo, Himara ne Shekuj, Tirane 2004, f12) και στην δυτική πλευρά η πρόσβαση είναι αδύνατη από την θάλασσα. Οι απότομες χαράδρες εκτίνονται σε ύψος 115 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Αυτή η φυσική κατασκευή, έχει ευνοήσει την κατασκευή καλά προστατευμένων, από πειρατικές (και όχι μόνο) επιθέσεις, κάστρων. Στις ιστορικές πηγές της αρχαιότητας, ο Πάνορμος αναφέρεται ως ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Χαονίας (Η Ευρύτερη περιοχή της Χιμάρας).
Η μικροσκοπική χερσόνησος του Παλέρμου, που αποτελεί έναν πραγματικό πύργο κατασκευασμένο από την φύση, συνδέεται με την στεριά μέσω ενός μικρού ισθμού, πλάτους περίπου 50 μέτρων. Στην κορυφή της χερσονήσου υψώνεται ένα κάστρο κατασκευασμένο από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Στην πραγματικότητα το κάστρο αυτό είναι χτισμένο πάνω στα σχέδια ενός Γάλλου στρατιωτικού αρχιτέκτονα, στα ερείπια ενός κατά πολύ αρχαιότερου φρουρίου. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τουριστικά και ιστορικά μνημεία. (Jano Koci, Himara – Arkeologji – Kulture – Histori, Tirane 2006). Στην είσοδο του φρουρίου, ο Αλί Πασάς έδωσε εντολή να τοποθετηθεί μια πέτρινη πλάκα με ένα ποίημα προς τιμήν του, σκαλισμένο στην δημοτική γλώσσα. Πιστεύεται ότι έχει γραφτεί από τον Γιάννη Βηλαρά. Στην αρχή του ισθμού του Παλέρμου, βρίσκεται μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλα. Η εκκλησία αυτή χτίστηκε μετά από διαταγή του ιδίου του Αλί Πασσά, προς αντικατάσταση εκείνης που γκρεμίστηκε για να κτιστεί το κάστρο. Παρά το γεγονός ότι ο Αλί Πασάς ήταν ένας άγριος δικτάτορας, είναι γνωστή η ευαισθησία που έδειχνε στα ιερά μνημεία.
Άλλη μια μικρή εκκλησία, επίσης αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, εβρίσκετο στον ισθμό του Πανόρμου.
Μόνο τα ερείπια θυμίζουν πλέον την ύπαρξή του. Το λιμάνι περικλείεται από τον λόφο της Σούγας και άλλο ένα βουνό στην υψηλότερη κορυφή του οποίου (Κακούμι), όπου από τον αρχαιολόγο Γιάννο Κότσι ανακαλύφθηκε μία προϊστορική οχύρωση, η οποία εκτιμάται ότι κτίστηκε πριν από τέσσερις περίπου χιλιάδες χρόνια.
Σε αυτήν την περιοχή όπου παίζουν ο μύθος και η ιστορία, οι παραθεριστές και οι λάτρεις της φύσης, θα βρουν τον δικό τους παράδεισο, οι βιολόγοι το εργαστήριό τους, οι λάτρεις της περιπέτειας μπορούν να πεζοπορήσουν σε απόκρημνα μονοπάτια, δίπλα στην θάλασσα, οι ρομαντικοί να απολαύσουν τα παιχνιδίσματα των κυμάτων, να ονειρευτούν κάτω από τον ξάστερο ουρανό, να αφεθούν στην αγκαλιά της πεντακάθαρης άμμου.
Λίγο παρά πέρα, στον χείμαρρο της Δάφνης, υπάρχει μία συκιά. Εκεί ο Πατροκοσμάς προέβλεψε πως σε εκείνο το σημείο, ένας καλός άνθρωπος θα έχανε την ζωή του. Η συκιά του Πολυμερή όπως ονομάστηκε αργότερα, παραμένει ακόμη εκεί να θυμίζει την ιστορία. Δίπλα βρίσκεται ένα μικρό φυσικό λιμάνι όπου συναντάμε το δέλτα του χειμάρρου της Δάφνης. Το σημείο αυτό αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή για τους παραθεριστές.
ΒΑΛΤΟΣ, ΓΟΥΡΝΑ – ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΊΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ
 Μετά τον λόφο της Σούγας και κάποιες συνεχείς στροφές ο επισκέπτης συναντάει το χωριό Κηπαρό. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο χωριά: το προ χιλιετίας κτισμένο στην άκρη ενός γκρεμού χωριό και το καινούργιο στην ακρογιαλιά. Και τα δύο χωριά βρίσκονται στην άκρη της κοιλάδας που σχηματίζεται από έναν μικρό χείμαρρο ο οποίος όποτε βρέχει, την πλημμυρίζει, με αποτέλεσμα, αυτό το κομμάτι γης να έχει μετατραπεί στο πέρασμα των αιώνων σε μία εύφορη κοιλάδα που θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως μια μικρογραφία της κοιλάδα του Μίσιρη στην Αίγυπτο. Στιν μια άκρη στους Βάλτους αρχίζει η ακρογιαλα του Κηπαρό, απέναντι από ένα γκρεμό οπου βρίσκονται τα εριπια ενός λιμανιού που περιοδικά το κατασκεύασαν επι αιωνες. Στους πρόποδες του ανατολικού ακρι του Κοκουμί βρίσκετε η λεγόμενη Γωνία (μοιάζει με μια ορθή γωνία). Το καινούργιο χωριό αρχίζει στο παλιό Μοναστήρι όπου είναι η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που σύμφωνα με τον Σ. Ρουσσα (αναφέρετε και πιο πάνω) κατασκευάστικε γύρο στα 1730. Το ξύλινο εικονοστάσι όπου είναι χαραγμένοι άγγελοι και φύλλα αγκάθι αποτελούν πολιτιστικό πλούτο για το χωριό, δυστυχώς έχει πέσει θύμα αρχαιοκαπυλίας από διαφόρους επίδοξους και τους λεγόμενους «φύλακες των πολιτιστικών έργων».
Μπροστά από την συνοικία Μοναστήρι απλώνεται ένας ελαιώνας ο οποίος διασχίζεται από ένα αρδευτικό κανάλι, έργο του 1959-60.
Δίπλα από το Μοναστήρι απλώνεται η συνοικία Νγκούρα (ελληνική τοπωνυμία Γούρνα = κοιλότητα όπου συγκεντρώνεται νερό). Στην κορυφή της Νγκούρας, έχει εντοπισθεί ένας προϊστορικός οικισμός ο οποίος εκτιμάται ότι αναπτύχθηκε πριν από 3700 χρόνια. Κατά τους τέταρτο και τρίτο προ Χριστού αιώνες, η περιοχή πρέπει να γνώρισε ανάπτυξη όπως προκύπτει από τα κεραμικά που βρέθηκαν τα οποία προφανώς έχουν εισαχθεί από το νησί των Φαιάκων (Κέρκυρα), την Κορύνη κτλ. Στα ευρήματα συγκαταλέγεται και ένα νόμισμα από την Θύρα (Σαντορίνη) το οποίο χρονολογείται στο έτος 367 προ Χριστού. Σήμερα η συνοικία αποτελείται από αναπαλαιωμένα κυρίως κτίρια και για αυτό προτιμάται από τους παραθεριστές. Και λίγο πιο πέρα από τα κρύα νερά στο Χοστόνι διακρίνεται μια μικρή εξωτική παραλία, Ξιρα, που προσκαλεί αυτούς που ψάχνουν την παρθενική φύση.
ΚΆΡΩΣΗ (Ο ΠΎΡΓΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΧΡΟΝΩΝ)
 Στην σπηλιά του Σιρόκου όπου διακλαδώνεται ο αυτοκινητόδρομος κατευθυνόμαστε δεξιά και οδηγούμαστε στο παλιό χωριό Κηπαρό (όπως το ονομάζει και ο Λ. Σπύρου στο βιβλίο του Χειμάρα – Αθήνα 1966). Το χωριό είναι κτισμένο επάνω σε ένα φυσικό φρούριο το οποίο υψώνεται πάνω από γκρεμούς και καταρράκτες, ένας εκ των οποίων θυμίζει τον Νιαγάρα σε επιβλητικότητα όταν οι βροχές είναι συχνές. Στην κορυφή του υψώματος, έχουν βρεθεί ίχνη οχυρώσεων της τρίτης προ Χριστού χιλιετίας. Το υπάρχον χωριό, κτίστηκε πριν από περίπου 1000 χρόνια και θεωρείται η τρίτη εγκατάσταση των Κηπαριωτών. Το Κηπαρό είναι από τα σπάνια εκείνα χωριά με μυθώδεις παραδόσεις και μήτρα καπετανέων. Η πρώτη τοποθεσία που οικίστηκε είναι ο λεγόμενος Πύργος, με τα τριών χιλιάδων ετών ερείπια του κάστρου του Καρώση και τις πέντε οχυρώσεις – οι μεγαλύτερες που έχουν βρεθεί στον χώρο της Αλβανίας. Οι αρχαιολόγοι έχουν πολλά να ανακαλύψουν στον χώρο αυτόν. Σήμερα η δυτική μεριά ονομάζεται Νενπίργκ. Ο χώρος άλλαξε ονομασίες κατά καιρούς. Συναντάται ως Καστελ (πύργος στα λατινικά). Κατά τους VI-IX μετά Χριστού αιώνες, συναντάται ακόμη και με σλάβικη ονομασία.
Εκεί κοντά βρίσκεται άλλη μια περιοχή με δείγματα αρχαίας ύπαρξης το Λύσοικο. Προφανώς σχετίζεται με την λέξη οίκος. Εκεί οι άρρωστοι εργάτες από τα ορυχεία της Γαλλίας όπου μετανάστευαν, περίμεναν τις τελευταίες μέρες τους. Εξού και η ονομασία του.
ΟΙ ΜΑΧΑΛΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ "ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΔΕΝΔΡΑ"
 Η πολεοδομική εικόνα του παλιού χωριού Κηπαρό και η κατανομή των οικιών σύμφωνα με τις μεχάλες είναι ενδεικτικά της ιστορικής εξέλιξής του. Τα καλλιτεχνικά ξύλινα έργα ακόμα, τα έπιπλα και τα ευρωπαϊκά πρότυπα με σύστημα αποχέτευσης και κτίρια κολλημένα μεταξύ τους από την ανάγκη για προστασία από τους επίδοξους πειρατές και κατακτητές δείχνει έναν εξελιγμένο οικισμό. Η ομοσπονδία των Επτανήσων, υπό την Ενετική διοίκηση, είχε σημαντική επίδραση στο Κηπαρό όπως και σε όλη την περιοχή της Χιμάρας κυρίως λόγω των συχνών εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών. Από τα ενδεικτικότερα δείγματα είναι το σπίτι – τριώροφος πύργος – του καπετάνιου Σπυρογκίκα με το μεγάλο σαλόνι όπου στεγάζονταν οι συγκεντρώσεις των προκρίτων της Χιμάρας. Τα γενεαλογικά δένδρα των οικογενειών αποτελούν το πρώτο ιστορικό βιβλίο του χωριού και συνετάχθησαν το 1847 από την οικογένεια Σπυρογκίκα. Ο γνωστός λαογράφος Σ. Ρούσας έχει καθορίσει την χρονολογία εγκατάστασης της κάθε οικογένειας βασιζόμενος αφενός μεν στα οικογενειακά δένδρα, αφετέρου δε στο σύστημα των κουμπάρων (κάθε καινούρια οικογένεια στο χωριό έπρεπε να έχει την υποστήριξη κάποιου κουμπάρου ο οποίος εγγυόταν για τους ερχόμενους). Σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι του κάθε μαχαλά (αδελφότητα) γνωρίζουν τον τόπο από τον οποίο μετανάστευσαν για το καινούριο χωριό. Από την έρευνα του κου Ρούσα διερχόμενοι στο χωριό είναι κυρίως από την Ήπειρο. Αξιοσημείωτο είναι πως οι διευθύνσεις που ήταν γραμμένες στις επιστολές που προέρχονταν από μετανάστες στην Γαλλία ή αλλού ανέφεραν «Προς… Κηπαρό, Χειμάρρα, Ήπειρο». Για την αδελφότητα (μαχαλά) Πετσολιάτες η παράδοση δεν αναφέρει τίποτα, επομένως συμπεραίνεται ότι αυτοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του χιλιετούς χωριού Κηπαρό. Ενώ οι υπόλοιποι μαχαλάδες εξελίχθησαν σταδιακά με τον ερχομό καινούριων οικογενειών μετά τον 15ο αιώνα και την επικράτηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Προφανώς οι οικογένειες αυτές επέλεξαν το Κηπαρό λόγω της σχετικής ελευθερίας που απολάμβανε η ευρύτερη περιοχή της Χιμάρας. Η άποψη αυτή έχει γίνει δεκτή από τον επιστημονικό κόσμο της Αλβανίας (Χιμάρα στους αιώνες – επιστημονική ακαδημία της Αλβανίας, Τίρανα, 2004 – I AKSH). Μια μόνο αδελφότητα κατάγεται από το χωριό Χαρουσσέδα της Κέρκυρας και εγκαταστάθηκε στο χωριό γύρω στα 1600 σύμφωνα με την Μ. Σωτήρη και το οικογενειακό δένδρο που κατέχει ο Β. Γκούμας.
ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ – ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, ΤΙΡΑΝΑ, 2004
 Η Αλβανική ακαδημία επιστημών έχει δείξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην εθνική καταγωγή των Χιμαριωτών, χρησιμοποιώντας ως κύριο πεδίο έρευνας τα τούρκικα φορολογικά αρχεία όπου φαίνονται τα ονόματα των οικογενειών. Η πρωτοβουλία αυτή και επιστράτευση των Αλβανών διανοούμενων (επιστήμονες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και πολιτικά κόμματα) ξεκινά ουσιαστικά από τις εκλογές στην Χιμάρα και την φανερή δήλωση της Ελληνικής ως εθνικής καταγωγής από περισσότερους από το 75% των κατοίκων του δήμου. Οι τοπωνυμίες στο Κηπαρό σε ολόκληρη την Χιμάρα είναι ελληνικής προέλευσης και συνήθως σχετίζονται με ιστορικά και αρχαιολογικά μνημεία. Είναι ευκόλως κατανοητό ότι οι ονομασίες αυτές δεν είναι δυνατόν να εδόθησαν και να χρησιμοποιήθηκαν από κατοίκους που μιλούν διαφορετική γλώσσα από την Ελληνική. Αυτή η απλή αλήθεια αγνοείται στο αναφερόμενο βιβλίο και από τον γλωσσολόγο Shaban Demiraj ο οποίος καταχρηστικά παραμορφώνει ακόμη και τον γνωστό επιστήμονα Hammond (Χιμάρα στους αιώνες σελ. 244). Η επικράτηση της αλβανικής γλώσσας στα χωριά Κηπαρό, Βούνο, Ηλίας (Δίγλωσσο) και Κούδεσι έχει ερμηνευθεί με διαφόρους τρόπους από Αλβανούς ακαδημαϊκούς μέσα από πλήθος άρθρων ελλιπούς επιχειρηματολογίας. Εξετάζοντας μόνο το Κηπαρό μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού είχαν σαν κύρια γλώσσα την ελληνική. Με την κάθοδο των μαχαλάδων το 1500 και την ταυτόχρονη εν μέρει απομάκρυνση των παλιών ντόπιων κατοίκων άρχισε να επικρατεί η αλβανική ως γλώσσα των ερχομένων. Αντίθετα στην Χιμάρα, Παλαιστή και Δρυμμάδες συνέχισε να επικρατεί η αρχική ελληνική κοινότητα και η ελληνική γλώσσα αφομοιώνοντας τους ερχόμενους. Η παραπάνω εξήγηση είναι μια απλή υπόθεση και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για την τεκμηρίωση της. Κατά τους χρόνους αυτούς η Χιμάρα υφίστατο ως μια αυτόνομη ομοσπονδία βασισμένη στην παράδοση από το κοινόν των Χαόνων. Στην μετά Χριστού εποχή μέχρι και σήμερα, η ορθόδοξη θρησκεία κατέχει σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της συνοχής στην περιοχή της Χιμάρας, ανεξάρτητα από την ομιλούμενη γλώσσα.
 ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
 Στην περιοχή του Κηπαρού βρίσκονται 8 εκκλησίες συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρθηκαν στον Πάνορμο και στην συνοικία Μοναστήρι. Στο παλιό χωριό βρίσκεται η εκκλησία της Παναγιάς χτισμένη το 1796, στα ερείπια μιας παλαιοτέρας, χρονολογία την οποία ο μάστορας έχει χαράξει σε μια πέτρινη πλάκα στην είσοδο της εκκλησίας. Το όμορφο εικονοστάσιο φτιαγμένο από το καλλιτεχνικό χέρι αγνώστου ξυλογράφου, πραγματώθηκε με την χρηματοδότηση του παπα-Τσούρα το 1851. Το μνημειώδες καμπαναριό δίπλα στην εκκλησία (1867), ύψους 24 μέτρων αυξάνει το ενδιαφέρον για την ξεχωριστή αρχιτεκτονική του χωριού. Πιο πέρα και ψηλά βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Στην εικόνα του Αγίου βρίσκεται μια επιγραφή του 1859 «η προσευχή του Σωκράτη Λέκκα». Η ερειπωμένη εκκλησία επισκευάστηκε πρόσφατα με την δωρεά 11 εκατομμυρίων λεκ του Κ. Λευτέρη Ρούσα, στην μνήμη του αδικοχαμένου από θανατηφόρο ατύχημα γιου του. Η εκκλησία στον Πρωτόπαπα προς τιμήν του Αγίων Θεοδώρων παραμένει κατεστραμμένη πολύ πριν από το δικτατορικό καθεστώς. Ενώ η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που βρίσκεται κοντά στον λόφο Καρώση βρίσκεται υπό ανακατασκευή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου