Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Οι Τσάμηδες και ο Εμφύλιος Πόλεμος...



ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
Οι Τσάμηδες και ο Εμφύλιος Πόλεμος...

Του ΑΝΤΩΝΗ Ν. ΒΕΝΕΤΗ

* Το 1949 ο εμφύλιος πόλεμος εμαίνετο στην Ελλάδα. Με την εκπόρθηση της Μουργκάνας, από τον Εθνικό Στρατό, τον Σεπτέμβριο του 1948, οι αντάρτες του λεγόμενου «Δ.Σ.Ε.» μεταφέρουν συλλήβδην τους πληθυσμούς της Μουργκάνας στην «Λαϊκή Δημοκρατία» της Αλβανίας. Παρά τα εμφανή σημάδια της συντριπτικής ήττας που αναμενόταν, οι κομμουνιστές ενέτειναν τις προσπάθειές τους και η εμφύλια διαμάχη συνεχίζονταν αδυσώπητη.
Τότε, την άνοιξη του 1949, οι αντάρτες προσπαθούν να στρατολογήσουν τους Τσάμηδες που, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 1944, είχαν καταφύγει στην Αλβανία για ν’ αποφύγουν τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους, κατά την διάρκεια της Κατοχής, κατά την οποίαν ετάχθησαν συνολικά, σαν Κοινότητα, όπως π.χ. οι Σουδήτες της Τσεχοσλοβακίας, με το μέρος πρώτα των Ιταλών και ύστερα των Γερμανών Ναζιστών. Σχηματίστηκαν μάλιστα και στρατιωτικά σώματα Τσάμηδων, τα οποία συνεργαζόμενα με τις κατοχικές δυνάμεις, εδήωναν την Θεσπρωτία και καταπίεζαν εμφανώς και ακόμα μέχρι εξοντώσεως τους ελληνικούς πληθυσμούς.
Έτσι τότε, την άνοιξη του 1949, οι Έλληνες Κομμουνιστές προσπάθησαν να πείσουν τους Τσάμηδες, που είχαν καταφύγει στην Αλβανία του Εμβέρ Χότζα, να ενταχθούν στρατιωτικά στον «Δ.Σ.Ε.» και να πολεμήσουν, μαζί τους, κατά της νόμιμης κυβέρνησης της Ελλάδος. Η προσπάθεια αυτή των Κομμουνιστών απέτυχε και γιατί οι Τσάμηδες αδιαφόρησαν και, κυρίως, γιατί ο Εμβέρ Χότζα, φοβήθηκε, μήπως αυτό αποτελούσε για την Ελλάδα Casus Beli με πιθανή εισβολή του Ελληνικού Στρατού στην Αλβανία. Έτσι η προσπάθεια του «Δ.Σ.Ε.» να επιστρατεύσουν τους Τσάμηδες απέτυχε και τον Αύγουστο του 1949, μετά την ολοκληρωτική ήττα τους κατέφυγαν στις «Λαϊκές Δημοκρατίες».
Να όμως πώς περιγράφει ο δημοσιογράφος Γ. Μανιατάκος στο ΒΗΜΑ της 3-5-1949, τις προσπάθειες των Ελλήνων κομμουνιστών να επιστρατεύσουν τους Τσάμηδες.
«Η επιστράτευσις των Τσάμηδων»
«...Νεώτεραι πληροφορίαι, απολύτως αυθεντικαί αναφέρουν ότι εκ μέρους των Αλβανικών αρχών και απεσταλμένων του συμμοριακού αρχηγείου, καταβάλλονται μεγάλαι προσπάθειαι προς επιστράτευσιν Τσάμηδων διά να καταστή δυνατόν να ενισχυθή με μίαν μεραρχίαν ή τουλάχιστον με μίαν ταξιαρχίαν ο συμμοριακός στρατός. Αναφέρεται ότι έγιναν και νέαι συγκεντρώσεις κυρίως εις την περιοχήν της Μουζακιάς, κατά τας οποίας εδηλώθη σαφώς εις τους συνελθόντες Τσάμηδες ότι οφείλουν να ενταχθούν εις τον συμμοριακόν στρατόν, άλλως θα διακοπή η παροχή τροφίμων εις αυτούς και τας οικογενείας των. Εις όλας τας συγκεντρώσεις διετυπώθησαν αντιρρήσεις εκ μέρους των Τσάμηδων, οι οποίοι κατέφυγον εις Αλβανίαν μετά την αποχώρησιν των Γερμανών και διατηρούν ακόμα την ελληνικήν υπηκοότητα. Πάντως μερικαί χιλιάδες ηναγκάσθησαν εκβιαστικώς να δεχθούν και εστάλησαν εις στρατόπεδα προς εξοπλισμόν και εκγύμνασιν. Εκτός τούτου η Αλβανική Κυβέρνησις συνέστησεν ειδικήν υπηρεσίαν εις την οποίαν μετέχουν και αντιπρόσωποι των συμμοριτών και η οποία κατήρτισε σχέδιον επιστρατεύσεως όλων των ευρισκομένων εις Αλβανίαν Ελλήνων υπηκόων που δύνανται να φέρουν όπλα, αναμένεται δε ότι θα αρχίση συντόμως πραγματοποιουμένη η επιστράτευσίς των».
«Το Βήμα», 3.5.1949
Γ. Μανιατάκος

http://www.proinoslogos.gr/component/content/article/35/11837

4 σχόλια:

  1. Ο Σαράντος Καργάκος, στο έργο του «Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες, τόμος Β», (στο 5ο κεφάλαιο) αφού κατηγορεί τους Τσάμηδες για εγκλήματα (ληστείες, φόνοι κ.α.), τους κατηγορεί ότι συνέπραξαν στον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο με τα Γερμανικά και τα Ιταλικά στρατεύματα. Πράγματι ορισμένοι Τσάμηδες υπό την καθοδήγηση της οικογένειας Ντίνο το έκαναν. Ξεχνάει ότι ένα άλλο μέρος των Τσάμηδων συμμετείχε στην αντίσταση με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όπως και με τον Εθνικό Αντιφασιστικό Απελευθερωτικό Στρατό της Αλβανίας. Τους κατηγορεί για τη σφαγή των Ελλήνων προκρίτων της Παραμυθιάς αλλά ξεχνάει να μας πει για τη σφαγή 75 Τσάμηδων προκρίτων της ίδιας πόλης από τους Έλληνες. Ωστόσο, παραδέχεται ότι αρχικά η στάση των Τσάμηδων ήταν φιλελληνική (το ίδιο διατυπώνει ο Ι.Θ. Πασχίδης για τους Τσάμηδες αλλά και γενικότερα για τους Αλβανούς του Τεπελενίου και της νότιας Αλβανίας) αλλά δεν μας λέει εμπεριστατωμένα τι τους έκανε να αλλάξουν τη στάση τους αυτή. Γιατί; Γιατί δεν μας λέει ποια ήταν η στάση των Ελληνικών αρχών απέναντι στους Τσάμηδες;

    Ωστόσο, επειδή η ιστορία είναι ιστορία, του ξεφεύγουν ορισμένες αλήθειες και άθελα του τα λέει ‘όλα’ όταν παραδέχεται ότι: «πρόθεση των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν να εκδιώξουν με κάθε θυσία τους Τσιάμηδες», «Όπως ήταν φυσικό, οι ελληνικές αρχές ανέλαβαν από τότε (σημ. Σ. Ι. Κ. δηλαδή τὸ 1925) αληθινή «εκστρατεία» για να πείσουν τους Τσάμηδες να φύγουν», «στην Τσαμουριά εγκατεστάθησαν Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία», «ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφερόμενος στους πληθυσμούς των Ιλλυρο-ηπειρωτικών περιοχών γράφει ότι μερικοί ήσαν δίγλωσσοι («Ένιοι και δίγλωσσοι είσι»)», «Η Ελλάς παύει σιγά σιγά να θεωρείται «μητέρα» από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος απαλλοτρίωσε τα τσιφλίκια των ισχυρών τσιάμηδων και τα διένειμε στους ακτήμονες» κ.α.

    Ο Καργάκος λοιπόν θυμάται το από 22 Νοεμβρίου 1922 νομοθετικό διάταγμα «Περί επιτάξεως ακινήτων δι' εγκατάστασιν προσφύγων και απαλλοτριώσεως οικοπέδων δι' ανέργεσιν προσφυγικών συνοικισμών». Μάλιστα, με απόφαση του Ν. Πλαστήρα επετράπη η κατάληψη των ακινήτων και των κτημάτων των Τσάμηδων ακόμα και πριν την καταβολή αποζημίωσης. Βέβαια, ξεχνάει να αναφέρει για τους Χριστιανούς Ορθόδοξους που αναγκάστηκαν να εξελληνιστούν και παρέμειναν στην περιοχή, δεν μας λέει τίποτα για όσους Τσάμηδες εξαναγκάστηκαν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό για να παραμείνουν στα χωριά τους (τους οποίους το ελληνικό κράτος για λόγους προπαγάνδας αποκαλεί ως «Αρβανίτες» αν και οι ίδιοι μεταξύ τους αυτοαποκαλούνται «Shqiptarë»), ξεχνάει τις διάφορες απαγορεύσεις που είχαν επιβληθεί στους Τσάμηδες (αλλά και σε άλλους μουσουλμάνους πολίτες της Ελλάδας) όπως π.χ. απαγόρευση δικαιοπραξιών, ξεχνάει την εξορία που είχε επιβληθεί στους Τσάμηδες από το καθεστώς Μεταξά αλλά και πολύ πιο πριν (περίπου 2-3.000 Τσάμηδες εξορίστηκαν στην Κρήτη, στη Χίο κ.α.), δασικές εκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων, 120 υδρόμυλοι, 500.000 αιγοπρόβατα, 300 χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, 45 χωριά, δημεύτηκαν από το ελληνικό Δημόσιο που εγκατέστησε στην περιοχή έποικους από την Ήπειρο και πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, 100 τζαμιά γκρεμίστηκαν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θυμάται ο Καργάκος τις δολοφονίες των Ελλήνων προκρίτων της Παραμυθιάς από τους Τσάμηδες αλλά ξεχνάει τις δολοφονίες των Τσάμηδων από τους Έλληνες –σε ορισμένες περιπτώσεις σε συνεργασία με τους Άγγλους- στο Μαργαρίτι (Margëlliç), στους Φιλιάτες (Filati) και αλλού στην περιοχή. Μάλιστα ο διοικητής του 16ου Συντάγματος του ΕΔΕΣ, αντισυνταγματάρχης Αριστείδης Κρανιάς, που έφτασε στην Παραμυθιά, έγραψε ότι «αυτό που επακολούθησε δεν περιγράφεται».

    Ας δούμε μερικές μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν εκείνη την εποχή τα γεγονότα από πρώτο χέρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ο Εσαμπουντίν Καντίου λέει: «Μας συγκέντρωσαν όλους στο σπίτι ενός Αλβανού, του Σαλί Αβούζι. Εκεί υπήρχαν και άλλοι που είχαν έρθει στην πόλη μας από τα γύρω χωριά. Εκεί είχαν συγκεντρώσει γυναίκες και μικρά παιδιά, καθόλου άντρες. Μας είχαν εκεί για περίπου 5-6 μήνες. Σχεδόν κάθε μέρα έθαβαν και από ένα παιδί. Μας είχαν πιάσει αρρώστιες, ήμασταν σε άσχημη κατάσταση. Δεν είχαμε να φάμε. Με λίγα λόγια πέθαναν πολλά παιδιά και ηλικιωμένες γυναίκες. Υπήρχαν κάποιες γυναίκες άνω των 80 χρόνων.. οι Έλληνες τους έριχναν από τις σκάλες και πέθαιναν…».

    Η Καντριέ Οσμάνι λέει: «Σκότωσαν τον πατέρα μου, τον ξάδερφο μου, τους αδερφούς της μητέρας μου και την αδερφή της μητέρας μου που ήταν παράλυτη. Την έριξαν από τις σκάλες και μετά την πυροβόλησαν…».

    Η Καντριέ Αλίου λέει: «Μπήκαν το βράδυ οι Έλληνες στο σπίτι μας, πήραν τα 4 πρόβατα που είχαμε. Η μητέρα μου με το μωρό στην αγκαλιά της τους έλεγε: {Σας παρακαλώ, δεν έχω γάλα για τα παιδιά μου} και ένας στρατιώτης της είπε: {Έχω μόνο μία σφαίρα, δεν είμαι εδώ για να την σπαταλήσω, πήγαινε μέσα}. Άκουγα τις γειτόνισσες μου που φώναζαν και έκλαιγαν. Τις είχαν κόψει τα αυτιά, τους τραβούσαν τα σκουλαρίκια από τα αυτιά τους με τη μία και τους τα έκοβαν. Τις είχαν κόψει τα δάχτυλα για να τις πάρουν τα δαχτυλίδια.. απίστευτα πράγματα. Ξεκοίλιασαν έγκυες γυναίκες. Θυμάμαι ακόμα μία γυναίκα που είχε ένα μεγάλο τραύμα από λόγχη ανάμεσα στους ώμους της».

    Ο Ραχμί Ουζέιρι λέει: «Σκότωναν γυναίκες και παιδιά. Είχαν ξεκοιλιάσει γυναίκες και τους έπαιρναν τα έμβρυα μέσα από τις κοιλιές τους. Τους είχαν κόψει τα δάχτυλα και τους έπαιρναν ό,τι κόσμημα φορούσαν..».

    Ο Φαήκ Μπολιάτι λέει: «Το πρώτο που μας ζήτησαν ήταν για χρυσό. Ό,τι είχαμε, ό,τι είχαν η μητέρα μου και η θεία μου στον λαιμό τους και στα δάχτυλα τους τους τα άρπαξαν. Τότε είπαν στη μητέρα μου: {Θέλουμε τον γιο σου για ένα λεπτό. Θα τον πάρουμε και θα στον ξαναστείλουμε σε ένα λεπτό}. Δεν το είδα αλλά άκουσα τη μητέρα μου να κραυγάζει και να χοροπηδάει’ είχαν κόψει το κεφάλι του αδερφού μου. Ήταν μόνο 17 χρόνων…. Ένας γείτονας μας μας πήρε μετά στο σπίτι του. Το όνομα του ήταν Τσιλ Μπάρμπα. Του δώσαμε μερικά χρήματα και μας άφησε να μείνουμε στο σπίτι του. Αφού τη νύχτα μας πήρε χρυσαφικά και ό,τι μας είχε απομείνει, μας πήρε την άλλη μέρα σε μία εκκλησία. Στην εκκλησία θυμάμαι ότι τρεις φορές μας έβγαλαν έξω ώστε να μας σκοτώσουν αλλά παρενέβησαν κάποιοι Βρετανοί στρατιώτες και σωθήκαμε.. υπήρχε και μία γυναίκα. Τότε μας πήγαν για τέσσερις μήνες στην Ηγουμενίτσα, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε σπίτια κοντά στο λιμάνι, θυμάμαι ακόμα πως ανοιγόκλειναν τις μεγάλες σιδερένιες τους πόρτες. Άνοιγαν τις πόρτες, έπαιρναν νεαρά κορίτσια και τα βίαζαν. Κάποια επέστρεφαν πίσω, κάποια άλλα τα σκότωναν. Ακούγαμε τις κραυγές τους. Εκεί πέθανε μία από τις αδερφές μου από πείνα και έθαψαν ζωντανή μία θεία μου που τα παιδιά της ζούνε ακόμα».

    Η Ραμπιέ Σεριάνι λέει: «Σκότωσαν τον πατέρα μου. Σκότωσαν τον πεθερό της θείας μου. Τους έστειλαν στο τζαμί της Παραμυθιάς. Είπαν στη θεία μου και σε μερικές άλλες γυναίκες να καθαρίσουν το τζαμί. Όταν πήγαν στο τζαμί, ήταν γεμάτο με ακέφαλα πτώματα. Η θεία μου αναγνώρισε τον αδερφό της από τη μπλούζα που φορούσε. Ήταν ο μοναδικός της αδερφός ανάμεσα σε 5 αδερφές που είχε. Αναγνώρισε τον πεθερό της από ένα χαρακτηριστικό που είχε στις κάλτσες του… Τελικά δεν υπήρχε τίποτα να καθαρίσουν. Τις είχαν πάρει στο τζαμί μόνο για να δουν..».

    «Ήμουν ήδη παντρεμένη για δύο χρόνια όταν σκότωσαν τον εικοσι-πεντάχρονο αδερφό μου και τους δύο αδερφούς του άντρα μου’ τον Σουλεϊμάν, τον Χαμίτ και τον αδερφό μου τον Εκρέμ. Ο ένας ήταν 39 και ο άλλος ήταν 22 χρονών. Μας πήραν και τα 700 πρόβατα που είχαμε…» λέει μία άλλη ηλικιωμένη πλέον γυναίκα (δεν θυμάμαι το όνομα της).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ας δούμε όμως και κάποια άλλα γεγονότα που ‘ξεχνάει’ ο Καργάκος και γενικά οι Έλληνες να αναφέρουν. Η ιταλική κατάκτηση της Αλβανίας είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τις 7 Απριλίου 1939, όταν έπειτα από βομβαρδισμό, 40.000 Ιταλοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Αυλώνα και σχεδόν περπατώντας κατέλαβαν το μικρό βασίλειο. Ήδη από το 1926 η Ιταλία προέβαλλε ως περίπου επικυρίαρχος της Αλβανίας. Μέχρι την εισβολή του '39 το 92,1% των αλβανικών εξαγωγών και το 82,5% των εισαγωγών διεξαγόταν με την Ιταλία.

    Η επίλεκτη αλβανική προεδρική φρουρά, που εξοπλίστηκε και οργανώθηκε από Ιταλούς αξιωματικούς, παρέλασε με τις φουστανέλες της στο Κολοσσαίο υπό τις ιαχές του πλήθους. Οι Ιταλοί οργάνωσαν και ενέταξαν στις μεραρχίες τους δέκα αλβανικά τάγματα, μια «πλωτή» ταξιαρχία και άγνωστο αριθμό χωροφυλάκων. Συνολικά 338 Αλβανοί αξιωματικοί και 4.220 υπαξιωματικοί και οπλίτες προετοιμάστηκαν για να βρεθούν απέναντι στον ελληνικό στρατό. Όμως δύο αλβανικά τάγματα, τα TOMORI και TARABOSHI, που σχεδόν με τη βία εστάλησαν στα σύνορα αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Σύμφωνα με την αλβανική ιστοριογραφία μεταφέρθηκαν από τους Ιταλούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αλβανία. (Σύμφωνα πάντως με άποψη στην ελληνική ιστοριογραφία μεταφέρθηκαν στην περιοχή της Κορυτσάς.)

    Αυτά έχουν καταγραφεί στα επίσημα Ιταλικά Αρχεία. Σύμφωνα μάλιστα με τον πρώτο τη τάξει στην ιταλική στρατιωτική ιεραρχία στρατάρχη Badoglio «Οι Αλβανοί στρατιώτες που υπό τη μορφή ταγμάτων συμμετείχαν στις δικές μας μεραρχίες ή αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι, καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας ή πέρασαν στις γραμμές των Ελλήνων. Τότε αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε τις αλβανικές δυνάμεις και εν μέρει να τις αφοπλίσουμε». Τα θυμάται αυτά ο Καργάκος και ο κάθε Καργάκος; Ορισμένες από τις παραπάνω πληροφορίες υπάρχουν και στα

    -Miranda Vickers, «Οι Αλβανοί», Αθήνα 1997, εκδ. Οδυσσέας
    - Δημητρίου Λουκάτου, «Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο», Αθήνα 2001, εκδ. Ποταμός
    - S. Pollo, A. Puto, «Ιστορία της Αλβανίας», Θεσσαλονίκη, εκδ. Εκδοτική Ομάδα
    - Ζαχαρία N. Τσιρπανλή, «Ελληνες και Ιταλοί στα 1940-41», Θεσσαλονίκη 2004, εκδ. University Studio Ρress
    κ.α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή